Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

Μεγάλωσα μέσα σ' ένα δράκο

 




Έρωτά μου

σ’ εχθρεύομαι

 

παράφορα θρασομανείς

στα σωθικά μου

κι είναι χωρίς δάκρυα το κλάμα μου

χωρίς ντροπή η αιδημοσύνη

 

τούτο το βλέμμα του καθρέπτη ξεσπώ

κι αργεί ο ηλιόφωτος ουρανός

 

στη βροχή σε πολεμώ

όπως η λύσσα την πιστή μου προκοπή

όπως ο πορθητής που γνώρισε την άτη

 

κι όταν γλυκαίνεις τη σκέψη της καρδιάς μου

τότε σ’ εχθρεύομαι

περισσότερο

τότε σηκώνω

τη σπάθη της ήττας μου

και σε σκοτώνω

 

Θ.


Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2020

Πειραιώς και Μέτωνος

 



Απέναντι απ’ τη στάση των εωσφόρων

επώνυμη φίρμα ρούχων

όπου κάποτε στεκόταν σαν κούκλα στη βιτρίνα

μια Μαρία

σήμερα κατεβάζει ρολά

 

τώρα είναι η ευκαιρία·

το αυτοσχέδιο τραπέζι από χαρτόνι

στήνουν επιδέξια

μπροστά στα μάτια μου

οι παπατζήδες

 

με παρακαλούν να στοιχηματίσω

τη ψυχή μου

για ένα βιβλίο δανεικό

που ‘κρυψε

μες στην κούτα της απόλυσης

 

εδώ θεός, εκεί θεός

πού είναι ο θεός;

 

οι εξατμίσεις σκάνε

στα πόδια μου δηλητήριο

ένας πεθαμένος λαχειοπώλης

από την Τασκένδη μου προσφέρει

τον λήγοντα οκτώ

και εγώ σήμερα κατηφορίζω

προς το λιμάνι

με τον Φάουστους

υπό μάλης

 

Θ.

 

 

 


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Σκαιές πύλες

 

Πού είστε λόγια μου

τώρα που αφήνω τ' άλογα ελεύθερα

να τρέξουν

πάνω στο σώμα μου

τώρα που έκανα

μια φυλακή λειμώνα

με τα κρίνα τσαλαπατημένα

απ' τον καλπασμό;

 

Πού είστε λόγια μου

τώρα που χάραξε πληγές

τ' άψυχο κορμί του Έκτορα

στης πτέρνης μου

την αθανασία

κι η ψυχή μου πια

Αστυάνακτας

ρίπτεται

απ’ τα τείχη της ζωής μου;


Θ.


Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

SHINE


 

και ο ουρανός με τα σύννεφα

που μου μιλούν με τη φωτιά των δράκων

και τα ποτάμια που ξεχείλισαν

πνίγοντας περιπάτους χειμερινής ανησυχίας

τα σκοτάδια

με τις φωνές των πνευμάτων

ή τα ίδια τα πνεύματα που αποζητούν την παρέα μου

                τα ίχνη των άγριων ζώων

                τα θύματα σε έναν σωρό ξερόφυλλα κρυμμένα

                κι εγώ ελαφίνα και σκιά

και τα μάτια των ανθρώπων της πόλης

τα χέρια τους στις χειρολαβές

και τα ονόματά τους

ή τα ονόματα των λεωφόρων

με επαίτες σκοτωμένους έξω από τα θέατρα

κι απ’ τις βιτρίνες με τα γλυκίσματα

                οι παιδικές χαρές

                δίπλα στα τρελάδικα

                -προπαντός τα τρελάδικα-

και τα φάρμακα για τον πόνο στο στήθος

στους διαδρόμους των νοσοκομείων

τα άσπρα ρούχα και οι ασφάλειες ζωής

τα ακριβά χειρουργεία

το σώθητι και η ασωτία

και το άνοστο φαγητό

                ο πικρός λόγος

 

και η αρτίστα διανοούμενη πόρνη

που χρεώνει με τη λύπη

τα ράσα ή τα σάβανα

μια Κυριακή στο ξόδι του διαβόλου

η Κυριακή!

ο ήλιος, το άστρο και ο δάσκαλος

και το ψέμα

κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου

σαν το γενναίον ψεύδος

η υπόσχεση που δεν κράτησε κανείς

η αγάπη που σιώπησε τις αρπαγές της

που μάλωσε τη ζήλια της

που κάηκε απ’ τις φωτιές της

 

Εσύ

με τα φτερά ανοιχτά ν’ αγκαλιάζεις

τους αστερισμούς της νύχτας

και τα γέλια των παιδιών

οι χοροί τους γύρω από τα σιντριβάνια

                η περιέργεια

                το κλάμα

και τα παιδικά τραύματα

που αναθυμούνται

οι άνθρωποι που συγχωρούν ή εκδικούνται

                τα βιβλία

                τα ποιήματα

                τα αποκηρυγμένα ποιήματα

                που έκαψε με την ντροπή του

                εκείνος που κατάλαβε ότι φανέρωσε πολλά

και οι μουσικές που ακούω

                όταν γεννώ

                όταν σε βλέπω για πρώτη φορά

                όταν σε βλέπω γυμνό να με βλέπεις γυμνή

                                κι οι δυο στο πλήθος

 

Όλα στο σφυρί

για λίγο ψωμί και ελευθερία

η βάσανος που μ’ έσφιξε στην πείνα και τον θάνατο

τα δράματα και τα δάκρυα που μάζεψα

στο κουτί τα κλείσαν και τα θάψανε στο χώμα

οι ασυγχώρητοι θεοί

οι τιποτένιοι πιστοί ειδωλολάτρες

μη ζητήσετε απ’ τα παιδιά μου τα λεφτά τους

για να ψάλετε τροπάρια

πάνω απ’ τα δικά μου πράγματα

τα σπέρνω στον άνεμο

και γεννούν χίλιες ανάσες

αιώνια αγάπη για ζωή

 

Θ.

 


Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Οι ηττημένοι εραστές

 



 

έξω οι άνθρωποι

ορυμαγδός εκπνοών βαρυθυμία

 

μέσα οι εραστές

κοιμούνται ακόμη

κάτω απ’ το σεντόνι

η ανάσα τους οινοποσία

μοιραία και ανέστια κατάληξη

 

και πέσαν οι τοίχοι

και σπάσαν οι στέγες

 

τώρα

γυμνοί στον δρόμο

το σώμα τους γυαλί

θαμπώνει απ’ τα χνώτα των άλλων

 

τα μάτια ζηλεύουν τους ηττημένους εραστές

που πρώτα σπαρτάρισαν

ποιήματα

δράκους

στροβίλους

και νύχτες που υπόσχονταν το αιώνιο

 

Θ.

 


Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Inspiro

 



 

Το ποίημα κατοικεί

στο ακουστικό της χαλασμένης μου ακοής

στη στάμπα που σημάδεψε

γραμματόσημο Τσάρλι Πάρκερ

συστημένο και εξπρές

χωρίς προορισμό

Κρύβεται πίσω από τα στορ των ματιών μου

μουδιάζει τα ακροδάχτυλά μου πάνω στο del

ρονρονίζει μυστικές απαλοιφές

πάνω στη γόμα του μολυβιού μου

στην πιο λευκή σελίδα

στην πιο μαύρη ώρα

στο πιο κόκκινο κρεβάτι

Το ποίημα κατοικεί

σε κάτι ξύλινες τάβλες που σπάσανε

από βήματα τροχισμένα στις μύτες της τονικότητας


Πλάι μου κατοικεί

σαν μεσημεριανή σιέστα του περασμένου χειμώνα

κι όμως τελείωσε

 

Θ., 18 Οκτωβρίου 2019

 


Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

The two lonely people*

 



Τα χείλη σου σφιχτά

κλεισμένα

ύφος απαθούς συγκάλυψης

των ένδον

τυρβάζει ενοχές και τραύματα

 

όπως όταν περασμένες τρεις

           γράφεις μιαν ελεύθερη ελαττωμένη

κι η ερωμένη σου

            βαρέθηκε πια την αναμονή

-μόνο με μια σου ματιά αξιώνεις τον εφησυχασμό της-

            για να κοιμηθεί αποκαμωμένη

με το χέρι της μουσκεμένο μέσα στο εσώρουχο

 

Θ.

*Bill Evans, The two lonely people, in Bill Evans Album (1971)


Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Το πέμπτο στάδιο του θανάτου

 



 

Το παιδί μου μαθαίνει να κολυμπάει

        με τι πάθος κρατά με απλωτές

        το σώμα του πάνω στο νερό

        πόσο γοργά η απογοήτευση  

        νικημένη από πνίγος σε βαθιά  

        ανάσα γενναία ναυκληρεί

 

Η καρδιά μου μαθαίνει να αγαπάει 

        όπως τον ήλιο στις άκρες του κόσμου

        που χάνονται τα μεγάλα πανιά,

        ορίζοντες του φωτός μου

        ο ερχομός και η αναχώρηση της

        πιο λυπημένης μέρας

 

Το παιδί μου ο ήλιος της θάλασσας

        αφήνει τα ίχνη του στα ίσαλα

        του γέρικου σκαριού μου

        στρώνει το ταξίδι μου γι' αλλού

        εδώ έμαθα και χάρισα

        εδώ αγάπησα και νυχτώνει

 

Θ., Μετά τα Μεσάνυχτα, 2020


*"In the pines" or "Where did you sleep last night?", παραδοσιακό αμερικανικό τραγούδι, 
    καλλιτέχνης: Lead Belly (Huddie William Ledbetter) 

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Λάθρα


Δεν το ξέρεις
μα όταν συζητούμε
για την αποδόμηση 
της ανθρώπινης ύπαρξης 
στον Οδυσσέα 
αφήνω τη γεύση μου
πάνω στο λαιμό σου


έτσι υπάρχω διπλά


εκεί που ακουμπάει
ο γιακάς σου 
αφήνω τη σκέψη μου 

Θ.

Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

Υπάρχω στο ξύπνημα



 

Υπάρχω στο ξύπνημα, τεντώνομαι

ξεπιάνομαι

Υπάρχω στο ρούφηγμα του καφέ

                                στο πρώτο τσιγάρο

Σαν καύτρα καίγεται η σκέψη μου

                                τι έχω σήμερα να κάνω

Υπάρχω στο νερό που πίνω

                                στην αγορά, στο ζύγι του μπακάλη

Υπάρχω στα ρέστα και χρεωκόπησα

Υπάρχω στα σκαλοπάτια του Φανούρη

                                και της κυρά-Μαρίας που έπαθε εγκεφαλικό πέρσι το καλοκαίρι

Υπάρχω στα γεράνια, στις φτέρες και τις ταΐστρες των πουλιών

                                στον ξαφνικό θάνατο της μάνας μου

Υπάρχω στο θλιμμένο μου κουτάβι

                                μα πιο πολύ στη γάτα μου τη Γιάννα

Υπάρχω στην πείνα και στη λαιμαργία

                                στα ρούχα που χάρισα στον άστεγο άντρα

                                στα βρώμικα κλινοσκεπάσματα

                                στο κάτουρο που πότισε τα όνειρά του κάτω απ’ τη γέφυρα

Υπάρχω στα μάτια των φίλων μου τα βράδια

                                στο γέλιο τους, τον λόγο και την προσβολή τους

Υπάρχω στα μάτια των παιδιών μου μέσα

                                που σκεπάζω κάθε βράδυ με ευχές αιώνιας ζωής

Υπάρχω στον έρωτα, υπάρχω στα χείλη σου, υπάρχω μέσα σου

Υπάρχω στον ύπνο μου και στον χαμό μου

Τι κακό που με βρήκε

 

Θ.

 

 

 


Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

Παγωτό φιστίκι





Τρέχει από κάτω μας το μωσαϊκό
Στις ξέφωτες αυλές
Κάτι πρωινά σχολικής αργίας
Όταν διασταυρώνουμε τις βέργες
Που στερούμε από την κορμοστασιά
Της κληματίδας και του γιασεμιού
Με τα αθώα βλέμματα χιαστί
Να ταράζουν τα ρο και τα ερωτήματα
Και την εκμετάλλευση να μην έχει σύνεση
Ούτε ανάμεσα στις παιχνιδιάρικες ελαφροσύνες
Γιατί πρόσθεσα και την αφή στα ιδρωμένα σου χέρια
Και ρόδισαν τα μάγουλα σαν ώριμες ντομάτες
Τα μάτια στράφηκαν στον ουρανό
Για να μη σπάσει η καρδιά απ’ το πολύ το θάρρος

Μα έτσι φοβισμένο σε θέλω
Και σε τελειώνω εις γνώσιν με χάρη,
Κουθες Κουνά
Κουφί Κουλή Κουθού Κουμέ;

Θ.


[ΕΡΩΤΙΚΟ]

    Τίτλος, Έκθεσις Πολέμου Διαβάζω για τις νάρκες οι τοίχοι πίσω από τις επιγραφές στάζουν υγρασία Στάσου λίγο, δες αυτόν με το...